Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Μαραμπού» 1933 και αφιερώνεται «Στο κορίτσι από το Βόλο». Το “Καραντί” παρά ταύτα δεν έχει προφανή ερωτικό χρωματισμό μέχρι τους τελευταίους έξι στίχους, στους οποίους αναδύεται και πάλι το γνωστό, αινιγματικό Εσύ του Καββαδία, το οποίο — και εδώ — αποτυγχάνει, αστοχεί και απομακρύνεται τόσο αιφνιδιαστικά όσο εισάγεται.
Και στο ποίημα αυτό εναλλάσσονται, ως συνήθως, εικόνες κίνησης και ακινησίας· εικόνες μιας αέναης πορείας που όμως ισοδυναμεί με φθαρτική, αρρωστημένη στασιμότητα· και όλα αυτά περιβεβλημένα με μια διάχυτη αίσθηση του παραλόγου και της ματαιότητας. «Καραντί» είναι η φουσκοθαλασσιά, κλυδωνισμός του οποίου η αιτία είναι κρυφή, βαθιά και μακρινή, εν τέλει ακατανόητη στο συνειδητό. Το καραντί, ο ίλιγγος που προκαλείται και ο κίνδυνος που υφέρπει εξαιτίας του ακόμη και σε περιβάλλον φαινομενικής σταθερότητας, ανατρέπει οποιαδήποτε ψευδαίσθηση ότι ο ναυτικός μπορεί οπουδήποτε να «στεριώσει». Το καραντί στο νερό αντιστοιχεί απόλυτα με τη «στεριανή ζάλη» (βλ. το ομότιτλο ποίημα, καθώς και το υπόμνημά μας στο «Μαρέα»), που ο ναυτικός βιώνει στη «στέρεα γη», που δεν του «πρέπει» («Πούσι»), που γι’ αυτόν ουσιαστικά δεν υπάρχει.
Ολόκληρο το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε στο http://antonispetrides.wordpress.com
