Να το πω προφορικά;
Μια κουρασμένη γενιά με απαξίωση του γραπτού λόγου είναι μια ανερμάτιστη γενιά. Μια γενιά με σαφή προσανατολισμό στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, που θέτει στόχους, αμφισβητεί και διακατέχεται από ανησυχίες … μέχρι τη στιγμή που θα της ζητηθεί να εκφραστεί γραπτώς. Ο γραπτός λόγος εμφανίζεται ως ο απειλητικός αντίπαλος που θα αποκαλύψει ανεπάρκειες με τις οποίες ο μαθητής δε θέλει να έρθει αντιμέτωπος, πιθανόν γιατί του υπενθυμίζουν ότι στην εποχή της ασύδοτης επιβράβευσης του εύκολου «επιτεύγματος» υπάρχουν και δυσκολίες τις οποίες θα κληθεί να αντιμετωπίσει. Και μάλιστα δυσκολίες που αφορούν την καλλιέργεια της μητρικής του γλώσσας, του πυρήνα της πολιτισμικής του ταυτότητας.
Το ζήτημα της κουρασμένης νέας γενιάς ανάγεται σε πολλά και σύνθετα αίτια που δεν θα διερευνηθούν στο παρόν άρθρο. Αυτό όμως που εκπλήσσει ακόμα και το πιο καλοπροαίρετο παιδαγωγό είναι πώς μπορεί ένα μάθημα, όπως το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας που θεμελιώνεται στο γραπτό λόγο και εξετάζεται γραπτώς πανελληνίως να έχει περάσει στη συνείδηση των μαθητών ως ένα μάθημα το οποίο μπορούν απλώς να το διεκπεραιώσουν προφορικά, και κυρίως γιατί;
Ανέκαθεν ο προφορικός λόγος απαιτούσε καταβολή μικρότερης προσπάθειας από τον ομιλητή, καθώς στηριζόταν στην πηγαία και αυθόρμητη έκφραση σκέψεων, ιδεών, συναισθημάτων, από τη στιγμή που ο ομιλητής δεν έχει το άγχος του φροντισμένου λόγου σε μορφοσυντακτικό επίπεδο. Ωστόσο, οι παλαιότερες γενιές μαθητών είχαν αφομοιώσει τη διάκριση ανάμεσα στα δύο αυτά είδη λόγου χωρίς να τίθεται ζήτημα ειδικά στις σχολικές αίθουσες για το αν η .. γραπτή παραγωγή λόγου και οι ερωτήσεις που αφορούν την κατανόηση ενός κειμένου λογοτεχνικού ή μη λογοτεχνικού πρέπει να εξετάζονται προφορικά. Είναι κοινή όμως η διαπίστωση τα τελευταία χρόνια οι μαθητές να απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τη γραφή με έναν τρόπο όχι ακόμα τόσο ανησυχητικό θα έλεγα, αλλά που σύντομα θα οδηγήσει σε μία γραφική αναπηρία με την έννοια της δυσχερούς αποτύπωσης των σκέψεων γραπτώς, ενώ παράλληλα σε βάθος χρόνου η περαιτέρω εξασθένιση της αντιληπτικής ικανότητας και η εκκωφαντική σίγαση της σκέψης, θα φαλκιδεύσουν ακόμα και την ίδια την επικοινωνία.
Οπωσδήποτε η ξεκούραση του μαθητή με τη χρήση των ΤΠΕ και ο εφησυχασμός της εύκολης αλίευσης της οποιασδήποτε πληροφορίας από το διαδίκτυο μέσω της πληκτρολόγησης και όχι της προσωπικής πνευματικής αναζήτησης καλλιέργησε μια μορφή ευκολίας που σύντομα και ανεπαίσθητα έθεσε εκτός λειτουργίας και άλλες δεξιότητες ή φυσικές ικανότητες, απαραίτητες, ωστόσο, για την ομαλή εξέλιξη εγκεφαλικών λειτουργιών, όπως η αντίληψη και η μνήμη δεδομένης της ποικιλομορφίας της ανθρώπινης φύσης. Η απομάκρυνση από τη γραφική διαδικασία οπωσδήποτε συνιστά και θέμα γνωστικού ελλείματος, αλλά πρωτίστως είναι ζήτημα υποεκπαίδευσης και ελλιπούς προετοιμασίας σε εκπαιδευτικό πλαίσιο. Οι μαθητές δεν προσέχουν τις λέξεις, ούτε τις γλωσσικές δομές μέσα στις οποίες τα γλωσσικά στοιχεία αλληλοκαθορίζονται. Τα προσπερνούν, αδιαφορούν. Σε αυτήν την περίπτωση έχουμε αποτυχία αλφαβητισμού με όλα τα παρεπόμενα σε επίπεδο κριτικής αποτίμησης.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι διάγουμε την εποχή της κατίσχυσης της προφορικότητας και της απλουστευμένου λόγου. Η συνθετότητα τόσο της σκέψης όσο και του λόγου έχουν υποσκελιστεί από την προχειρότητα που διατρέχει πλέον κάθε τομέα της ελληνικής πραγματικότητας. Η κρίση των θεσμών σε συνδυασμό με την ταχύτατη ανάδυση και επέκταση της ψηφιακής επικοινωνίας πυροδότησε μια άνευ προηγουμένου πνευματική συρρίκνωση που για να εκφραστεί απαιτεί πλέον μόνο λίγες λέξεις δημιουργώντας πεδία επικοινωνίας άνυδρα και φτωχά σε ιδέες, αλλά κυρίως σε γλωσσικές επιλογές. Άμεσο παρεπόμενο αυτής της κατάστασης είναι η δημιουργία άμυνας απέναντι στην έκθεση που προκαλεί η γραπτή παραγωγή λόγου. Η ερώτηση, λοιπόν, «Να το πω προφορικά;» αποκαλύπτει την πλήρη επίγνωση της κατάστασης από τους μαθητές παράλληλα με μια απεγνωσμένη προσπάθεια συγκάλυψης του ελλείμματος.
Ο καθηγητής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Μπαμπινιώτης, επισήμανε το πρόβλημα κάνοντας εκτενή αναφορά στους Φιλανδούς, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι η εισβολή των ψηφιακών μέσων στην καθημερινότητα των μαθητών, οδήγησε σε δυσγραφία, καθώς οι μαθητές έχασαν τη δεξιότητα να σχηματίζουν γράμματα και μέσα από τα γράμματα τη λέξη και την ορθογραφία. Ο περιορισμός των ψηφιακών μέσων και η επιστροφή στο παραδοσιακό βιβλίο ήταν μονόδρομος.
Η δυσκολία συγκέντρωσης που εμφανίζει η πλειονότητα των μαθητών και η περιορισμένη επιθυμία ή ανάγκη για δημιουργία ανάγεται στην ταχύτατη πρόσληψη πληροφοριών και στην ακόμη πιο γρήγορη αντικατάστασή τους από νέες, ώστε να μην εκτιμάται πλέον η διαδικασία παρά μόνο το αποτέλεσμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο γραπτός και πιο κοπιαστικός λόγος υποσκελίζεται στη συνείδηση των μαθητών, καθώς έχουν εσωτερικεύσει τη βολική πεποίθηση πλέον για αυτούς ότι μια προφορική απάντηση έχει την ίδια βαρύτητα με την αντίστοιχή της γραπτή. Ακολούθως, η υπερβολική, καθημερινή και γρήγορη πληκτρολόγηση καθιστά τη γραφή μια λιγότερο «φυσική» διαδικασία για εκείνα, με αποτέλεσμα σταδιακά να απομακρύνονται από ό,τι θεωρείται ανοίκειο και παρωχημένο. Για τους νέους η πληκτρολόγηση αποτελεί μια σύγχρονη διαδικασία παραγωγής λόγου συγκριτικά με την «ξεπερασμένη» χειρόγραφη διαδικασία, που πλέον στα σχολεία αξιοποιείται μόνο στα διαγωνίσματα κι εκεί με το ζόρι. Πώς να μαζευτούν, επομένως, τα ασυμμάζευτα; Πού είναι τα σχολικά ερεθίσματα που θα τροφοδοτήσουν τη νέα γενιά με αγάπη για τη γλώσσα;
Εάν αναλογιστούμε πως η γλώσσα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη σκέψη και το αντίστροφο, οδηγούμαστε σε δυσάρεστες και ανησυχητικές διαπιστώσεις. Η απομάκρυνση από τη γραφική διαδικασία δεν αφορά μόνο μια αλλαγή στον τρόπο γραφής, αλλά επηρεάζει βαθύτερα την ανάπτυξη της προσωπικότητας, της σκέψης και της δημιουργικότητας των παιδιών. Είναι απαραίτητο ως εκπαιδευτικοί να εξηγήσουμε στα νέα παιδιά πως η προσωπική τους ανάπτυξη και εξέλιξη περνάει μέσα από τη γραφή και η τελειοποίησή της είναι θέμα πρωτίστως παιδείας. Δεν πρόκειται για έναν απλό μηχανισμό μηχανικής καταγραφής συμβόλων, αλλά για μια διαδικασία άμεσα συνυφασμένη με ό,τι μας περιβάλλει, με τη γνώση, με το βίωμα, με το διάβασμα, με τα ποιοτικά ερεθίσματα. Ας ακούσουν και οι γονείς εκτός από τα παιδιά, για να λυθούν οι απορίες περί σχολικών επιδόσεων, αλλά πρωτίστως οι αρμόδιοι της εκπαίδευσης για την κατάντια στην οποία έχουν οδηγήσει οι «καινοτόμες» εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Κρίνεται αναγκαίο μετά την εμφάνιση των έντονων συμπτωμάτων να χορηγηθεί η θεραπεία, και μάλιστα άμεσα.
ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΘΑΝΟΥ
Ακολουθείστε μας και στο Tik Tok
