Γράφει η Νικολέτα Θάνου
Το “γιατί” και το “αλλά”…
“Η αμφιβολία δεν είναι μια ευχάριστη κατάσταση, αλλά η βεβαιότητα είναι μια παράλογη κατάσταση”
ΒΟΛΤΑΙΡΟΣ
Το “γιατί” και το “αλλά” είναι δύο από εκείνες τις λέξεις που χωρίς την ύπαρξή τους και κυρίως χωρίς τη γνώση της στιβαρής θέσης τους στο λόγο θα είχαμε πρόβλημα. Πρόβλημα όχι μόνο επικοινωνιακό, αλλά βαθύτατα πολιτικό και υπαρξιακό. Εξηγούσα σε μαθητή μου, που εξέφραζε δυσχέρεια να κατανοήσει γιατί η θεωρία στο μάθημα της νεοελληνικής Γλώσσας είναι τόσο ευέλικτη, ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη θεωρία ως μια σειρά από κανόνες μηχανικούς που πρέπει να τους αποστηθίζουμε και στη συνέχεια να προβαίνουμε σε μια ευλαβική εφαρμογή τους σε κάθε κείμενο που συναντάμε. Αυτό είναι ένα αδιανόητο εγχείρημα με όλο τη σημασία της λέξης, καθώς απουσιάζει κάθε ικμάδα λογικής σκέψης στο πλαίσιο των όσων καλούνται να αποστηθίζουν καθημερινά.
Το “γιατί” είναι η απαρχή κάθε υγιούς σκέψης, η απαρχή της αναζήτησης ή της αμφισβήτησης μιας συνθήκης που έχει παγιωθεί στην κοινή συνείδηση ως σωστή. Είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε η φιλοσοφική σκέψη ανά τους αιώνες, η πνευματική βάσανος και η ενδελεχής έρευνα σε κάθε τομέα του επιστητού, ώστε να δοθούν απαντήσεις στα μυστήρια της ύπαρξης. Στις μέρες μας το “γιατί” περιορίστηκε στον άχαρο ρόλο του αιτιολογικού συνδέσμου στα πλαίσια της υποτακτικής σύνδεσης των προτάσεων (και αυτό με μύριους κόπους και βάσανα) και κυρίως της λεξούλας(;) εκείνης που όλοι γνωρίζουμε και όλοι επικαλούμαστε όταν θέλουμε να εκφέρουμε μια δικαιολογία για να παρουσιάσουμε τα βολικά μας άλλοθι. Ως εκπαιδευτικοί, λοιπόν, καλούμαστε να επαναφέρουμε στη σκέψη των παιδιών την απολεσθείσα βαρύτητα των λέξεων, ειδικά εμείς οι φιλόλογοι. Και αυτό πρέπει να γίνει νωρίς, ώστε να παγιωθούν στη συνείδηση των μαθητών οι αιτιακές σχέσεις μεταξύ των ιδεών και η αναγκαιότητα της δόμησης ολοκληρωμένων συλλογισμών σε συγκεκριμένο επικοινωνιακό πλαίσιο. Με άλλα λόγια ο μαθητής πρέπει να καταλαβαίνει τι γράφει και για ποιο λόγο το γράφει, τι λέει και για ποιο λόγο το λέει και αυτό ισχύει σε κάθε απόπειρα τεκμηρίωσης, ακόμα και στις υποτιθέμενες ερωτήσεις θεωρίας, όπου η λειτουργία των γλωσσικών επιλογών και των κειμενικών στοιχείων τεκμηριώνεται με γνώμονα τη λογική σκέψη που αφορμάται από ένα “γιατί”. Αυτό που προέχει είναι να μετατραπεί η διδασκαλία σε ουσιαστική άσκηση σκέψης για να μη βλέπουμε μηχανική αναπαραγωγή κανόνων και στείρων ιδεών στα πλαίσια ενός κακοφορμισμένου φορμαλισμού που νεκρώνει κάθε υγιή προβληματισμό.
Και πάμε στο “αλλά” που εντοπίζεται σε κάθε βήμα της μαθησιακής διαδικασίας ή τουλάχιστον επιβάλλεται να εντοπίζεται, αφού πρόκειται για μια μικρή λέξη με δυσανάλογα μεγάλη δύναμη. Πάνω σε ένα “αλλά”, που γέννησε έναν αντίλογο, θεμελιώθηκε η Δημοκρατία, πάνω σε ένα “αλλά” άλλαξαν οι όροι του παιχνιδιού στην ανθρώπινη σκέψη, επανεξετάστηκαν θεωρίες που για χρόνια θεωρούνταν lex sacra και ο ρους της Ιστορίας πήρε άλλη τροπή. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η διδασκαλία της Γλώσσας, όπως γίνεται σήμερα, χωλαίνει σημαντικά, καθώς οι μαθητές πάσχουν από γλωσσικές παθογένειες σε σημείο να χρησιμοποιούν έναν “λόγο αφατικό” παρ’ όλη την παραδοξολογία που εμπεριέχεται σε αυτό. “Προσπαθούμε να διαλεχθούμε με μια γενιά ολιγόλογη, βραχυλογική και κάποτε, αφατική και βουβή. Γενιά που κοινωνιολογικά έχει χαρακτηριστεί ως «mute generation», «σιωπηλή, βουβή, άφωνη». (Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης).
Κι ας επανέλθω στο … μικρό και ασήμαντο “αλλά”. Η αφόρμηση του προβληματισμού για τον αντιθετικό μας σύνδεσμο προέκυψε από την φετιχιστική σχεδόν εμμονή των μαθητών να προσπαθούν να εφαρμόσουν τη θεωρία με τον ίδιο τρόπο σε κάθε κείμενο ανεξαρτήτως περιεχομένου και επικοινωνιακού πλαισίου. Απανταχού παρών ο κανόνας ακόμα και εκεί που δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Και εδώ μπαίνει το “αλλά” τονίζοντας εμφατικά την εξαίρεση. Η θεωρία είναι τα κείμενα – τα κείμενα είναι η θεωρία. Το κείμενο είναι ο βασικός παρονομαστής, όλα τα άλλα έπονται. Όμως, καθώς η πλειοψηφία των μαθητών εμφανίζει σοβαρές δυσκολίες στην κατανόηση κειμένου επιστρατεύεται η παπαγαλία ως πανάκεια σε ερωτήσεις επεξεργασίας κειμένου, που όμως προϋποθέτουν την άριστη κατανόησή του. Αυτό που τους επισημαίνω, ή τουλάχιστον προσπαθώ, είναι ότι σε όλα τα στοιχεία της θεωρίας υπάρχει ένα τεράστιο “αλλά” που υπαγορεύεται σχεδόν νομοτελειακά από τις εμφανείς και αφανείς διαδρομές του κειμένου με το οποίο καλούνται να εξοικειωθούν α. Δεν υπάρχουν νόρμες ούτε στεγανά, αλλά ένα τεράστιο “αλλά” σε κάθε τυποποίηση. Η κρίση επιβάλλεται όχι μόνο να είναι ενεργή, αλλά να δουλεύει με υπερωρίες. Έτσι οι μαθητές απομακρύνονται από τα άκαμπτα “κουτάκια” της θεωρίας αποκτώντας μια πιο ευέλικτη διαχείριση της υπάρχουσας θεωρητικής γνώσης.
Γιατί το “αλλά” δεν είναι μια άρνηση για την άρνηση, αλλά μια γενναία παραδοχή ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από τις βεβαιότητές μας και ότι η σκέψη παραμένει ζωντανή μέσα από τη διαφορετικές οπτικές. Όσον αφορά στο “ΓΙΑΤΙ” αυτό είναι το βαθύτερο ζητούμενο κάθε παιδευτικής διαδικασίας, έτσι ώστε να διαμορφώνονται άνθρωποι που πρωτίστως να είναι σε θέση όχι μόνο να δίνουν απαντήσεις, ΑΛΛΑ να θέτουν ερωτήματα.
ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΘΑΝΟΥ
