Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ´ Λυκείου: Ασκήσεις στους κειμενικούς δείκτες

Να αναγνωρίσετε του κειμενικούς δείκτες στα παρακάτω παραδείγματα:

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ

1.     «Η γνώση ήταν γλυκειά στο στόμα και πικρή στα σπλάχνα»

Είναι που με φαρμάκωσε η γνώση, Γιάννης Υφαντής

 

2.     Στα είκοσί του χρόνια πάνω ο Μύρων είπε:/«Δεν είμαι νέος πια». «Πια» γιατί;/

αφού ποτέ μου δεν υπήρξα νέος!

ΣΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΤΟΥ…, Βασίλης Βασιλικός

 

3.     «η γνώση κάποτε/μου γλύκαινε τη ματαιοδοξία η γνώση τώρα/δεν επιτρέπει να γευτώ ούτε μια ψευδαίσθηση»

Είναι που με φαρμάκωσε η γνώση, Γιάννης Υφαντής

 

4.     «τούτο το φως υπόνοια φωτός τούτος ο χρόνος/ένα λησμονημένο παρελθόν» Είναι που με φαρμάκωσε η γνώση, Γιάννης Υφαντής

 

5.     τούτο το φως υπόνοια φωτός τούτος ο χρόνος/ένα λησμονημένο παρελθόν/ είναι που με φαρμάκωσε η γνώση.

Είναι που με φαρμάκωσε η γνώση, Γιάννης Υφαντής

 

6.     τα χελιδόνια που φωλιάζαν στα μπαλκόνια μου/ τραγουδώντας το τραγούδι της αγάπης

ΣΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΤΟΥ…, Βασίλης Βασιλικός

 

7.     Βουβά, χωρίς να φανερώνουν τον πόνο/ που τα ολέθρια/χτυπήματα του τσεκουριού δημιουργούν,/χωρίς δηλώσεις ή καταγγελίες/(καμιά δήλωση ή καταγγελία δέντρου/ δεν έχει μέχρι σήμερα καταγραφεί)/αποχωρούν με αξιοπρέπεια/προσθέτοντας με την πτώση τους

Ανεξιχνίαστες δολοφονίες, Λουκάς Αξελός

 

αν δεν σας νοιάζει έν’ άγγιγμα της κόλασης

Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο να γεννηθείτε, Λόρενς Φερλινγκέτι

 

8.     Σαν μάτι στον δασωμένο τόπο πρόβαλλε πιο κάτω η λίμνη Ζαραβίνα.

Μαύρο Νερό, Μιχάλης Μακρόπουλος

 

9.     Οι νοητικές του λειτουργίες έφθιναν και ήταν σαν νοτισμένος τοίχος –ίσως σ’ αυτό μερίδιο ευθύνης να είχαν και οι ρετσίνες, κι έτσι τα φουσκώματα του μυαλού του παραδίνονταν στον νόμο της βαρύτητας κι έριχναν κάθε τόσο τους σοβάδες σαν το χιόνι

Οι ρετσίνες του βασιλιά, Ισίδωρος Ζουργός

 

10.  Ήταν βέβαιος πως το μυαλό του μαδούσε με τα γηρατειά κι έχανε όχι μόνο τη στιλπνότητα της γούνας του, αλλά και τρίχες, τούφες ολόκληρες.

Οι ρετσίνες του βασιλιά, Ισίδωρος Ζουργός

 

11.  Δόξα λοιπόν στα χέρια του/

Δόξα στα γένεια του/

Και δόξα μεγάλη στην καρδιά του.

Η κιβωτός του Νώε, Ανδρέας Εμπειρικός

 

12.  «αψύς Ιούλιος στη μέση του χειμώνα»

[Έρχονται μέρες που ξεχνάω πώς με λένε…], Μιχάλης Γκανάς

 

13.  «κάμποσα νεκρά μυαλά σε καίριες θέσεις»

Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο να γεννηθείτε, Λόρενς Φερλινγκέτι

 

14.  Όμως απ’ όλα πρώτον έβαλε/μέσ’ στην καρδιά του την αγάπη

Η κιβωτός του Νώε, Ανδρέας Εμπειρικός

 

15.  «Έτσι εμάζεψε ο Νώε τα παιδιά του/Και όλα τα ζώα της πλάσεως όλα τα πετεινά/Και όλα τά ‘βαλε στην αγκαλιά του»

Η κιβωτός του Νώε, Ανδρέας Εμπειρικός

 

16.  «σκληρό τοπίο της πόλης»

Ένα διαμέρισμα στο Παρίσι, Γκιγιόμ Μισό

 

17.  πάντα στο νου μου αλλά τόσο θυμούμαι τα πράγματα εδώ, που μου φαίνεται, σαν να έχω φύγει χτες. Είχα ξεμακρύνει

Ξενιτεμένοι Έλληνες, Χ. Χρηστοβασίλη

 

18.  «Γι’ αυτό, ψες ήρθα νύχτα και δεν έρριξα κάνα ντουφέκι σαν ξενιτεμένος. Ποιος θα βγη να με δεχτή; (Είπα μέσα μου).

Ξενιτεμένοι Έλληνες, Χ. Χρηστοβασίλη

 

19.  Τα σπίτια μου φάνηκαν αλλοιώτικα, οι δρόμοι αλλοιώτικοι, το μεσοχώρι αλλοιώτικο…

Ξενιτεμένοι Έλληνες, Χ. Χρηστοβασίλη

 

20.  Δε μου έκανε η καρδιά να χτυπήσω κανενός θύρα κι’ αποφάσισα να περάσω όλη την νύχτα στο δρόμο

Ξενιτεμένοι Έλληνες, Χ. Χρηστοβασίλη

 

21.  Μας χάλασε η επανάσταση, του είπαν οι χωριανοί.

— Τι λέτε; Αλήθεια;… Ας είναι. Μου τα λέτε ύστερα…..

Ξενιτεμένοι Έλληνες, Χ. Χρηστοβασίλη

 

22.  Τότες είπα μέσα μου:

«Ας γυρίσω πίσω ν’ ανάψω στην Παναγιά τη λαμπάδα που της έφερα, χωρίς να ειπώ κανενός ποιος είμαι και ποιος δεν είμαι, κι’ ύστερα ανοιχτός μου είναι ο δρόμος της Ξενιτειάς…». Γύρισα, μπήκα στην εκκλησιά κι᾽ άναψα τη λαμπάδα. Τ’ άλλα τα ξέρετε! Και πάλε καλώς σας ηύρα, χωριανοί μ᾽. Είμ’ ο Κώστας!!!»

Ξενιτεμένοι Έλληνες, Χ. Χρηστοβασίλη

 

23.  «το φάντασμα που πέταγε με τ’ ασημένια του φτερά»

Η κλοπή του φαντάσματος, Μίλτος Σαχτούρης

 

24.  … Κοιτάχτε αυτή τη θάλασσα, που δίχως

αχτή λαμποκοπά· κι αυτού του δέντρου

το λύγισμα· με πόση εμπιστοσύνη

δεν κρέμεται στον άνεμο! Κοιτάχτε

τα ράμφη των πουλιών που ακινητούνε

το μεσημέρι, τους σχισμένους βράχους…

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ, Νικηφόρος Βρεττάκος

 

25.  Στη Σύμη βγαίνουμε παρέες παρέες. Έναν τον ντύνουμε με σεντόνι Λάζαρο. Κάνει, δηλαδή, τον

Αναστημένο Λάζαρο. Κι εμείς πάμε στα σπίτια, λέμε το τροπάριο και μας δίνουν αυγά, που τα βάζουμε στα καλαθάκια μας.

Αστραδενή, Ευγενία Φακίνου

 

26.  «Κάτι ψωμάκια, δηλαδή, με καρύδια και μύγδαλα και σουσάμι και μπαχάρια διάφορα»

Αστραδενή, Ευγενία Φακίνου

 

27.  Σύγχυση, πανικός, υστερία θλίψη…… και φωνές, πολλές φωνές.

Ο Κύκλος των «Μάταιων Πράξεων», Σπύρος Τζόκας

 

28.  Χορός αρχαίας τραγωδίας έμοιαζε η συγκέντρωση των ανθρώπων εκεί.

Ο Κύκλος των «Μάταιων Πράξεων», Σπύρος Τζόκας

 

29.  «στ’ αληθινά στα ψεύτικα, σαν να ‘μουν άλλος κι όχι εγώ»

«Το παράπονο», Οδυσσέας Ελύτης

 

30.  Σκέφτομαι εδώ, τα ξανασκέφτομαι όλα, θέλω να τα σκεφτώ. Στην Ελλάδα να ξεκινήσω να πάω πίσω, δεν θέλω. Έτσι το ’πα και φεύγοντας, έτσι το ξανάπα πολλές φορές εδώ, έτσι το σκέφτηκα και με την άδεια. Η Ελλάδα για μένα θα πει το ξυλάδικο. Δεν ξαναγυρίζω ζωντανός στο ξυλάδικο.

Επίλογοι στο πρώτο βιβλίο, Δημήτρης Χατζής

 

31.  «Όνειρο στον ύπνο, στον ξύπνο εφιάλτης»

[Η παλιά η γειτονιά], Νίκος Κοκάντζης

 

32.  «Στενόμακρο και χαμηλό, είχε μια γερτή στέγη από παλιά κεραμίδια και μια κληματαριά που έπιανε τη μισή την πρόσοψη κι απλωνότανε πάνω από το σκέπασμα της εξώπορτας»

[Η παλιά η γειτονιά], Νίκος Κοκάντζης

 

33.  «τόπος συγκέντρωσης της παρέας, τόπος κουβέντας, παιχνιδιού, τσακωμών, αγάπης»

[Η παλιά η γειτονιά], Νίκος Κοκάντζης

 

34.  «Εκεί παίζαμε κρυφτό και μπίκο κι αγιούτο, εκεί παίζαμε τους εξερευνητές της ζούγκλας, εκεί

ξαπλώναμε ανάμεσα στο χορτάρι».

[Η παλιά η γειτονιά], Νίκος Κοκάντζης

 

35.  «Άκουσε, φίλε μου», είπε ο Τζελούλ και στράφηκε στον Μίλτο, «Είναι κάτι που απουσιάζει από τη σύγχρονη κοινωνία και εκτρέφει όλη αυτή τη βία. Έχουμε εμείς οι ίδιοι εξορίσει το Ιερό απ’ τη ζωή μας κι έχουμε ευθύνη γι’ αυτό. Κι όταν το Ιερό απουσιάζει, θεμελιώνεται το θηριοτροφείο. […] Όλες οι θρησκείες, όλα τα μεγάλα Πιστεύω, διαβάζονται και έτσι και αλλιώς. Το ζήτημα είναι ο τρόπος που μοιράζεσαι τον θείο λόγο μαζί με μένα: με τον άλλον, με τον συνάνθρωπό σου. Είναι ζήτημα σχέσης, αν με καταλαβαίνεις. Όλο το παιχνίδι σ’ αυτό το σημείο παίζεται. Ξέρεις»

Διάλογοι σε φωτεινό καφενείο, Δημήτρης Νόλλας

 

36.  Καταξίωσε, Κύριε, τα χέρια μου, ευλόγησε/

ν’ αυξαίνουν τα όπλα μου. Ο στρατός μου.

Τα όπλα, Νικηφόρος Βρεττάκος

 

37.  και φτιάχνω εφτά χρωμάτων λουλούδια.

Τα όπλα, Νικηφόρος Βρεττάκος

 

38.  «όλα τα μυρμήγκια της γης έχουν καρδιά»

Τα όπλα, Νικηφόρος Βρεττάκος

 

39.  Ύστερα έσπασε τον πάγο ένας μεγαλόσωμος, πλατύστηθος άνθρωπος με μπρούτζινο ανεμοδαρμένο μούτρο και υγρά μάτια που καθότανε απέναντί μου.

Τα όπλα, Νικηφόρος Βρεττάκος

 

40.  έσπασε τον πάγο

Ο Αφρικανός στο εξωτερικό, Ουίλιαμ Κόντον

 

41.  Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι/

που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη/

–μη βλέπεις εμένα– μην κλαις.

Θα ’ρθει καιρός, Κατερίνα Γώγου

 

42.  Οι άνθρωποι –σκέψου!– θα μιλάνε με χρώματα

κι άλλοι με νότες

Θα ’ρθει καιρός, Κατερίνα Γώγου

 

43.  τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια/

σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα.

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ, Μίλτος Σαχτούρης

 

44.  Από δω θα περνούσε το περιστέρι

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ, Μίλτος Σαχτούρης

 

45.  Με κώδικες που επινοούν οι άνθρωποι στις οριακές στιγμές της ζωής τους, καταργώντας τις φυλές, τα σύνορα, τα φύλα, τις θρησκείες.

Σπουδή στο Κίτρινο, Δημήτρης Χριστόπουλος

 

46.  Του μίλησε για το μπαμπάκι στα μαλλιά της μάνας του, για το τραγούδι των πουλιών στην πατρίδα του, άμα βρίσκεται στο δάσος να τ’ ακούει, για το βρεγμένο χώμα που έφερνε το φθινόπωρο και το έπλαθε πηλό στα χέρια του, για το άρωμα των κέδρων, για τη βροχή που έπινε να ξεδιψά, για τα κίτρινα στάχυα που έτριζαν κατακαλόκαιρο κάτω απ ̓ τα πόδια του, για τον ήλιο που πύρωνε το πρόσωπο, για τον υπόκωφο ήχο της θάλασσας, όταν ξερνάει τον θυμό της στα ναυάγια, τη μουσική στα κατάρτια του καραβιού που ταξιδεύει τον νου, για το φεγγάρι που τις νύχτες παιδιά ακόμα κάνανε τσέρκι στα χέρια τους, του είπε και για τα ζεστά κουλουράκια που έψηνε τα βράδια του χειμώνα η γυναίκα του και τον τάιζε στο στόμα, για την ψίχα της αγάπης που τους έτρεφε, για το πρόσωπό της που ζούσε μέσα του σαν δεύτερο εγώ του.

Σπουδή στο Κίτρινο, Δημήτρης Χριστόπουλος

 

47.  Τα τελευταία λόγια του Μααμοὺν έγδερναν το μυαλό του

Σπουδή στο Κίτρινο, Δημήτρης Χριστόπουλος

 

48.  Για έναν Έλληνα όμως το ταξίδι στην Ελλάδα καταντάει γοητευτικό κι εξαντλητικό μαρτύριο, στέκεσαι σε μια πατημασιά ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία

Αναφορά στον Γκρέκο, Νίκος Καζαντζάκης

 

49.  Τι ευτυχία να μπορούσε ο Έλληνας να σεριανίζει στην Ελλάδα χωρίς ν’ ακούει φωνές, θυμωμένες, αυστηρές, από τα χώματα! Για έναν Έλληνα όμως το ταξίδι στην Ελλάδα καταντάει γοητευτικό κι εξαντλητικό μαρτύριο, στέκεσαι σε μια πατημασιά ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία: Μνήμα βαθύ, πατωσιές πατωσιές οι νεκροί, κι ανεβαίνουν παράταιρες φωνές και σε κράζουν, γιατί ό,τι μένει από τον νεκρό, αθάνατο, είναι η φωνή του. Ποια απ’ όλες τις φωνές να διαλέξεις; Κάθε φωνή και ψυχή, κάθε ψυχή λαχταρίζει ένα σώμα δικό της, κι η καρδιά σου ακούει, ταράζεται και διστάζει να πάρει απόφαση, γιατί συχνά οι πιο αγαπημένες ψυχές δεν είναι πάντα κι οι πιο άξιες. […]

Αναφορά στον Γκρέκο, Νίκος Καζαντζάκης

 

50.  Ένα ελληνικό τοπίο δεν δίνει σ’ εμάς τους Έλληνες μιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας, έχει ένα όνομα το τοπίο -το λένε Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Ολυμπία, Θερμοπύλες, Μυστρά- συνδέεται με μιαν ανάμνηση, εδώ ντροπιαστήκαμε, εκεί δοξαστήκαμε, και μονομιάς το τοπίο μετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ιστορία.

Αναφορά στον Γκρέκο, Νίκος Καζαντζάκης

 

51.  «Εξ άλλου ο πατέρας μου βρήκε τελικά τον δρόμο του»

Silver Alert, Αγγελική Σιδηρά

 

52.  «τον μικρό μου τον πατέρα»

Silver Alert, Αγγελική Σιδηρά

 

53.  «Γιατί όμως να μην γέμιζα την τσέπη του με πετραδάκια να βρίσκει μόνος του τον δρόμο ο Κοντορεβιθούλης μου;»

Silver Alert, Αγγελική Σιδηρά

 

54.   «ελάχιστη απόσταση να διανύσεις μέχρι/ τον εαυτό σου.»

Δύσκολη τόλμη, Λένα Παππά

 

55.  Η δίψα εκείνων που ποτέ/ δε θ’ αποκτήσω

Ανικανοποίητο, Λένα Παππά

 

56.  σέρνομαι στα νερά/ του έλους των πραγματωμένων.

Ανικανοποίητο, Λένα Παππά

 

57.  Η δίψα εκείνων που ποτέ

δε θ’ αποκτήσω

με στοιχειώνει, πνιγμένη

καθώς σέρνομαι στα νερά

του έλους των πραγματωμένων.

 

Ποιος είπε πως ποτέ

τελειώνουν οι επιθυμίες;

Ανικανοποίητο, Λένα Παππά

 

58.  «Σου νανουρίζουν τους πόνους, τους όποιους πόνους, ψυχικούς και σωματικούς»

[Προσπάθεια παρηγορίας], Ευγενία Φακίνου

 

59.  Από αφετηρία σε τέρμα

το μετρό μεταφέρει μάτια.

Όπου γυρίσεις μάτια

λογής –λογής.

Χιλιάδες μάτια, πρόσωπα, κορμιά.

Αντικείμενα, Δήμητρα Καραφύλλη

 

60.  κάποτε, επί ώρες έπινε μιαν ολόκληρη νταμιτζάνα ούζο χωρίς ψωμί, χωρίς μεζέ, χωρίς τίποτε,

Το ελάχιστο, Γιώργος Σκαμπαρδώνης

 

 

 

 

«Το/τα θέμα/τα προέρχεται και αντλήθηκε/αν από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Tράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση (http://iep.edu.gr/el/trapeza-thematon-arxiki-selida)».