Η χαμένη αξιοπρέπεια των λέξεων

0
5

Η χαμένη αξιοπρέπεια των λέξεων

 

Κάθε πόνος είναι υπενθύμιση της μεγάλης μας ανωτερότητας

Novalis

 

Πώς πρέπει να μιλάμε στους μαθητές ; Πρόκειται για ένα ερώτημα που επανέρχεται συχνά πυκνά σε συζητήσεις γιατί το διακύβευμα είναι μεγάλο και αφορά τη δυνατότητα των μαθητών να διαμορφώσουν μια γλώσσα ικανή να υπηρετεί την κριτική και ελεύθερη σκέψη. Στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν οι μαθητές στέκονταν με δέος απέναντι στον εκπαιδευτικό προσπαθώντας να μυηθούν στα μυστήρια της γλώσσας κοινωνώντας  από τον  εκφραστικό και λεξιλογικό πλούτο με τον οποίο  ήταν επενδυμένος ο λόγος του διδάσκοντος.  Δέος και ζήλος. Ζήλος για μάθηση, ζήλος για κατάκτηση της μητρικής γλώσσας στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Η γλώσσα πρόσφερε ασφάλεια, αποτελούσε το θεμέλιο μιας  εύπλαστης προσωπικότητας που αναζητούσε το κατάλληλο υλικό για να διαμορφωθεί, να αποκτήσει σχήμα και περιεχόμενο.

 

Η κατάκτηση της μητρικής γλώσσας δεν ήταν εύκολη υπόθεση, όπως και σήμερα εξάλλου, με τη διαφορά ότι αυτό που τότε αποκαλούσαμε απόκτηση  γλωσσικού αισθητηρίου  ήταν κάτι παραπάνω από κανόνες γραμματικής και συντακτικού, ήταν η γνώση της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούσαμε και δραστηριοποιούμασταν, η γνώση του πολιτισμού που τη γέννησε, η γνώση του εαυτού, η γνώση του άλλου. Ήταν το ηθικό και σημασιολογικό φορτίο των λέξεων που τις συνέδεε με την κατανόηση της ίδιας της ύπαρξης, την αρχή και το τέλος της. Με έναν ίσως παρακινδυνευμένο παραλληλισμό θα έλεγα ότι η γλώσσα προσομοίαζε στο “Άλεφ του  Αργεντινού συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ένα σημείο στο χώρο που περιέχει όλα τα σημεία του σύμπαντος. Κατά κάποιον τρόπο η μαγεία της Γλώσσας εντοπιζόταν σε αυτό ακριβώς: στις διαστάσεις της, που ξεπερνούσαν τα γήινα και μετέφεραν τη σκέψη σε σφαίρες που μπορούσαν να ακουμπήσουν μόνο οι μαέστροι του λόγου και της υψηλού στοχασμού, οι φιλόσοφοι και οι ποιητές.

 

Όσοι από εμάς  κυριευτήκαμε από τη διακαή επιθυμία,  την όρεξη  “του ειδέναι”,   φρονώ ότι κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε για να εντρυφήσουμε,   τουλάχιστον,  σε κάποιες από τις πολλές και σημαντικές πτυχές της και να αφοσιωθούμε σε αυτό που σπουδάσαμε και αγαπήσαμε πολύ. Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο,  από το δικό του μετερίζι ο καθένας, όλοι όμως με τον ίδιο σκοπό: να τη μεταλαμπαδεύσουμε ατόφια, με όλη την ομορφιά, τον πλούτο και τη ζωντάνια της σε ώτα ευήκοα και να τη συστήσουμε ως ένα ζωντανό οργανισμό, ως ένα σώμα που πάλλεται και αναπνέει ακόμα και μέσα στη σύγχρονη πολιτισμική άπνοια.

 

Και ερχόμαστε στο σήμερα, όπου το πρόβλημα που αναδύεται πιο έντονα από ποτέ είναι τα “ευήκοα ώτα”. Δεν θα σταθώ στους λόγους που οι σημερινοί μαθητές έπαψαν να είναι μαθητές, στους λόγους για τους οποίους η μητρική τους γλώσσα αποτελεί απλώς ένα δεκανίκι επικοινωνίας και όχι μέσο αυτογνωσίας, ετερογνωσίας και πολιτισμικής και πολιτικής μετάγγισης, γιατί πρόκειται για παθογενή κατάσταση που δεν επιδέχεται πλέον ίασης, ειδικά όταν  οι καρποί του δέντρου τρέφονται από χυμούς που είναι μολυσμένοι..Και ο ρόλος του δασκάλου ποιος; Σε αυτή την περίπτωση ο χαμαιλεοντισμός, ή αλλιώς η κακώς εννοούμενη προσαρμοστικότητα στις επιταγές της ευκολίας συνιστά ήττα, ακόμα και αν οι λέξεις δυσκολεύουν, προκαλούν, ερεθίζουν . Εξάλλου, είναι σύμπτωμα της εποχής  να αντιστέκεται ο άνθρωπος σε ό,τι αποκαλύπτει τη γύμνια του, πρωτίστως την πολιτική. Αναμφίβολα, η γλώσσα εκθέτει ανεπανόρθωτα. Παλαιότερα αυτός ο ερεθισμός συνιστούσε κίνητρο προβληματισμού, εντατικής προσπάθειας και δημιουργίας,  σήμερα προκαλεί την οργή, τον χλευασμό, την απάθεια του μαθητή. Το παιχνίδι με τις λέξεις έπαψε να είναι ευχάριστο, έγινε ανταγωνιστικό και απεχθές, οπότε και η οποιαδήποτε γλωσσική κατάκτηση φαντάζει σισύφεια , μια ερεβώδη διαδικασία.

 

Η δύσκολη λέξη, η σπάνια λέξη  πρέπει να μείνει στον λόγο του εκπαιδευτικού αταλάντευτη και όχι να εξοβελιστεί στο βωμό του κατευνασμού της μαθητικής προκλητικότητας και του μεθοδευμένου εκπαιδευτικού κατακερματισμού. Οι καθημερινές απορίες μαθητών απέναντι σε λέξεις που κάποτε αποτελούσαν τον σκελετό της γλωσσικής μας συγκρότησης δεν είναι απλώς ενδείξεις μιας περιορισμένης λεξιλογικής επάρκειας, αλλά συμπτώματα μιας βαθύτερης εκπαιδευτικής και πολιτισμικής αποδιάρθρωσης. Η αδυναμία πρόσληψης του σύνθετου, του αφηρημένου ή του εννοιολογικά απαιτητικού δε συνιστά λόγο υποχώρησης του εκπαιδευτικού, αλλά σημείο αφετηρίας της παιδαγωγικής του ευθύνης. Κοντολογίς ο εκπαιδευτικός δεν είναι υποχρεωμένος να υποτάσσει τη γλώσσα στις εκάστοτε αντοχές του μαθητή ούτε να μετατρέπει τη διδασκαλία του σε μια αέναη διαδικασία γλωσσικής απλούστευσης, προκειμένου να εξασφαλίσει μια πρόσκαιρη αποδοχή υπονομεύοντας και ευτελίζοντας  παράλληλα το παιδαγωγικό του έργο.

Μιλάμε, επομένως,  και εξηγούμε την ελληνική γλώσσα με τρόπο που θα βοηθήσει τους μαθητές να την γνωρίσουν σε όλο το  αξιακό και νοηματικό της βάθος,  μήπως και προλάβουμε να ανακόψουμε την ταχύτατη καθίζηση της φυσικής νοημοσύνης,  η οποία βάλλεται ποικιλοτρόπως. Γιατί εάν εξακολουθήσει να συρρικνώνεται επικίνδυνα ο ορίζοντας της σκέψης, τότε θα έρθει μια μέρα που το πραγματικό διακύβευμα δε θα είναι η διάσωση της γλώσσας, αλλά η διάσωση της αυτονομίας της ύπαρξης.

 

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΘΑΝΟΥ

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΔιεθνές Συνέδριο «Re-examining AI: Rethinking Modernity»: Πρόγραμμα και Εγγραφές
Νικολέτα Θάνου
Είμαι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Ιδιωτεύω ως εκπαιδευτικός από το 1998.Με χαρακτηρίζει η αφοσίωση στη δουλειά μου και στην οικογένειά μου. Διαβάζω πολύ, κυρίως ελληνική και ξένη λογοτεχνία ενώ παρακολουθώ με ενδιαφέρον και την ελληνική αρθρογραφία. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Νίκος Καζαντζάκης. Θαυμάζω οποιαδήποτε μορφή Τέχνης και λατρεύω τα ταξίδια. Και τα δύο, κατά τη γνώμη μου, επιδρούν στην προσωπικότητα θετικά και διαμορφώνουν χαρακτήρα, αποτελώντας προεκτάσεις μιας πολυδιάστατης μόρφωσης. Ο αρχαιοελληνικός κόσμος με γοητεύει, γιατί αντλούμε από αυτόν και τους άξιους εκπροσώπους του πρότυπα ζωής και συμπεριφοράς, που δυστυχώς στις μέρες μας έχουν εκλείψει. Πρόσφατα συμπεριλήφθηκα στους συνεργάτες της ηλεκτρονικής εφημερίδας της Ημαθίας "Φαρέτρα"