Στο εξειδικευμένο αυτό e-learning πρόγραμμα διάρκειας 100 ωρών, οι συμμετέχοντες θα εμβαθύνουν σε ένα κομβικό πεδίο της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης που αφορά στις Μαθησιακές Δυσκολίες. Θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν το θεωρητικό υπόβαθρο που είναι απαραίτητο για την κατανόηση των μαθησιακών δυσκολιών αλλά και συγκεκριμένες στρατηγικές και παρεμβάσεις για την ατομική και ομαδική διδασκαλία και την κατάρτιση εκπαιδευτικού προγράμματος, κατάλληλα προσαρμοσμένου στις ιδιαιτερότητες του κάθε μαθητή.
Κατηγορίες Δεκτών Υποψηφίων
Το πρόγραμμα απευθύνεται σε Εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, Ειδικούς Παιδαγωγούς, Ψυχολόγους, Κοινωνικούς Λειτουργούς, Φοιτητές καθώς και κάθε ειδικό επιστήμονα που επιθυμεί να αναβαθμίσει τις γνώσεις και τις δεξιότητές του και εργάζεται ή σκοπεύει να δραστηριοποιηθεί στον κλάδο της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης.
Οφέλη Παρακολούθησης
Το πρόγραμμα αποσκοπεί στην προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη των συμμετεχόντων και σε επίπεδο γνώσεων και στάσεων στοχεύει στην κατάρτιση τους στο συγκεκριμένο θεματικό πεδίο, μέσω μια επιμόρφωσης πιστοποιημένης από έναν καταξιωμένο φορέα στον κλάδο του παρέχοντας πρόσθετα πλεονεκτήματα στο ατομικό του portfolio. Συνθέτοντας γνώσεις και καλλιεργώντας συνδυαστικά δεξιότητες που αφορούν τόσο τις μαθησιακές δυσκολίες όσο και τη συμβουλευτική θα συμβάλλει ενεργά στην αποτελεσματικότερη άσκηση του ρόλου του συμμετέχοντα ως εκπαιδευτικού/παιδαγωγού στο χώρο της ειδικής αγωγής.
Αναμφίβολα, οι γνώσεις και το υπόβαθρο σχολικής ψυχολογίας κρίνονται καταλυτικές σε όσους εργάζονται με παιδιά και εφήβους ειδικά στη σύγχρονη πραγματικότητα. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα, διάρκειας 400 ωρών, αποσκοπεί στην καλλιέργεια και μετάδοση γνώσεων Σχολικής Ψυχολογίας απευθυνόμενο σε πτυχιούχους ή φοιτητές/τριες που επιθυμούν να εργαστούν ή εργάζονται ήδη με παιδιά και εφήβους (ή/και τις οικογένειές τους) στο σχολικό περιβάλλον ή σε άλλους φορείς και οργανισμούς που ασχολούνται με τη διαπαιδαγώγηση και τη μάθηση.
Κατηγορίες Δεκτών Υποψηφίων
Το πρόγραμμα απευθύνεται σε Εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, Ειδικούς Παιδαγωγούς, Ψυχολόγους, Κοινωνικούς Λειτουργούς, Εργο-Λόγοθεραπευτές, Φοιτητές αντίστοιχων ειδικοτήτων
Μοριοδότηση – Αξιοποίηση
Η συγκεκριμένη επιμόρφωση, ενδεικτικά, μοριοδοτείται και αποτελεί συνεκτιμώμενο προσόν σε Προκηρύξεις: 1. Ωρομίσθιων εκπαιδευτών Δημόσιων Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΔΙΕΚ) και Δημόσιων Σχολών Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΔΣΕΚ) με Αρ. Πρωτ. 4259/221/01.09. 2. Συμβούλων Ψυχολόγων στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (Σ.Δ.Ε.) 3. Πειραματικών Σχολών Επαγγελματικής Κατάρτισης (Π.Σ.Ε.Κ.) & Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) του Ο.Α.Ε.Δ. Τέλος, αξίζει να επισημανθεί πως η κατάρτιση και η πιστοποιημένη επιμόρφωση στο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο προκρίνεται ως σημαντικό προσόν επιλογής στην αξιολόγηση υποψηφιοτήτων από Ιδιωτικούς Εκπαιδευτικούς Οργανισμούς (Κολλέγια, Ι.Ε.Κ., Φροντιστήρια, ΚεΔιΒιΜ)
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων: Διάλεξη στα πλαίσια του Π.Μ.Σ. “Γλωσσολογική Θεωρία και Έρευνα”
Το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Γλωσσολογική Θεωρία και Έρευνα του Τμήματος Φιλολογίας σας προσκαλεί στη διάλεξη της αναπληρώτριας καθηγήτριας κ. Νίνας Τοπιντζή (Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΑΠΘ) με θέμα:
«Γλωσσικά καθολικά: μύθος ή πραγματικότητα; Η περίπτωση της συλλαβής»
Η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 8 Απριλίου 2019 και ώρα7:00 μ.μ. στην αίθουσα ΦΑ1 του κτηρίου της Φιλοσοφικής Σχολής, 1ος όροφος.
To Γραφείο Διερεύνησης και Αποτίμησης Εκπαιδευτικού Έργου του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) δημοσιεύει τη συνοπτική «Έκθεση αποτύπωσης της μαθητικής διαρροής στην ελληνική Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, περιόδου 2014-2017». Η έκθεση, η οποία αποτελεί συνέχεια προηγούμενης Έκθεσης του Παρατηρητηρίου Μαθητικής Διαρροής του ΙΕΠ για την περίοδο 2013-2016, εξακολουθεί να βασίζεται στη μελέτη σε επίπεδο γενιάς (κοόρτης) μαθητών και μαθητριών (Α΄-Β’-Γ’ Δημοτικού, Δ’-Ε’-ΣΤ’ Δημοτικού, Α΄-Β’-Γ’ Γυμνασίου, Α΄-Β’-Γ’ Γενικού Λυκείου, Α΄-Β’-Γ’ Επαγγελματικού Λυκείου), τους οποίους/οποίες παρακολουθεί σε βάθος τριετίας (2014-2017 εν προκειμένω), βάσει πρωτογενών δεδομένων που καταχωρίζονται στο πληροφοριακό σύστημα myschool. Στο επίπεδο της επικράτειας, τα στοιχεία δείχνουν ότι η μαθητική διαρροή διακυμαίνεται ως εξής:
κοόρτη Α’, Β’, Γ’ Δημοτικού: 1,79% (σταθερή σε σχέση με την περίοδο 2013-2016)
κοόρτη Δ’, Ε’ ΣΤ’ Δημοτικού: 1,54% (μειωμένη, σε σχέση με την περίοδο 2013-2016 που είχε διαμορφωθεί στο 1,65%)
κοόρτη Α’, Β’, Γ’ Γυμνασίου: 4,62% (αυξημένη, σε σχέση με την περίοδο 2013-2016 με το 4,23%)
κοόρτη Α’, Β’, Γ’ Γενικού Λυκείου: 1,65% (μειωμένη, σε σχέση με την περίοδο 2013-2016 που είχε διαμορφωθεί στο 1,92%)
κοόρτη Α’, Β’, Γ’ Επαγγελματικού Λυκείου: 8,94% (μειωμένη, σε σχέση με την περίοδο 2013-2016 που είχε διαμορφωθεί στο 11,02%).
Τα στοιχεία εγγραφής, φοίτησης και μαθητικής διαρροής αποτυπώνονται στην έκθεση και πιο αναλυτικά (σε επίπεδο Περιφέρειας και Περιφερειακής Ενότητας), με σκοπό να αναδειχθεί και η γεωγραφική διάσταση του φαινομένου. Λεπτομερέστερη έκθεση πρόκειται να δημοσιευθεί σύντομα στην ιστοσελίδα του ΙΕΠ, ωστόσο με αφορμή τα αρχικά δεδομένα που αφορούν στον προσδιορισμό του επιπέδου της μαθητικής διαρροής, είναι σημαντικό να επισημανθούν τα ακόλουθα:
Η ακρίβεια των δηλούμενων στο πληροφοριακό σύστημα πρωτογενών δεδομένων, η οποία κρίνεται κυρίως στο επίπεδο του σχολείου, είναι κρίσιμη παράμετρος της ποιότητας των εξαγόμενων στοιχείων και συμπερασμάτων. Επίσης, η συμπερίληψη του συνόλου των σχολείων σε επόμενες μελέτες, όπως και η καθιέρωση του ενιαίου αριθμού μαθητή/μαθήτριας, που έχει θεσμοθετηθεί με το Ν. 4452/2017, αναμένεται να διευκολύνουν την πληρέστερη παρακολούθηση και αποτύπωση της πορείας των μαθητών και μαθητριών στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Πέρα από τα ακριβή ποσοστά της μαθητικής διαρροής είναι σημαντικό να συγκρατεί κανείς στη σκέψη του/της ότι η μαθητική διαρροή, ακόμη και αν αφορά ένα μόνο παιδί, είναι κρίσιμη όχι μόνο για τη ζωή του ίδιου αλλά και για το ευρύτερο περιβάλλον του. Το ότι είναι κρίσιμο ένα παιδί ή έφηβος/η στο σχολείο να μη διακόπτει τη φοίτησή του/της, να παραμένει στη σχολική κοινότητα και να απολαμβάνει του δικαιώματος της εκπαίδευσης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σε μια σύγχρονη κοινωνία. Συνεπώς, πέρα από τη μακρο-θεώρηση του φαινομένου της μαθητικής διαρροής, η οποία είναι απαραίτητη για τον σχεδιασμό των κατάλληλων εκπαιδευτικών πολιτικών και παρεμβάσεων σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η σημασία της μικρο-θεώρησης του φαινομένου: θα πρέπει να διερευνώνται για κάθε παιδί ή έφηβο/η ξεχωριστά οι συνθήκες που οδηγούν εκτός του σχολείου και επακόλουθα εκτός των προοπτικών που αυτό διανοίγει. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών και της τοπικής εκπαιδευτικής και σχολικής κοινότητας κρίνεται κρισιμότατος.
Τέλος, τονίζεται ότι τα στοιχεία της μελέτης προέρχονται από μαθητές και μαθήτριες που έχουν εγγραφεί σε δομές της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η μαθητική διαρροή υπολογίζεται επί του δεδομένου μαθητικού πληθυσμού. Εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με τον ακριβή αριθμό των παιδιών και εφήβων που διαβιούν στην Ελλάδα, αλλά δεν έχουν ποτέ εγγραφεί στις δομές της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (π.χ. παιδιά με μεταναστευτικό υπόβαθρο), ή των παιδιών και εφήβων των οποίων η πορεία δεν παρακολουθείται μέσω του πληροφοριακού συστήματος.
Η περίοδος της εφηβείας αποτελεί μια διαδικασία, μέσα από την οποία, το άτομο θα μεταβεί σε επόμενο εξελικτικό στάδιο. Όσο δύσκολη και αν φαντάζει ή και αν είναι ακόμα, αποτελεί απαραίτητο και κρίσιμο στάδιο για την εξέλιξή του, τη συναισθηματική, ψυχική και προσωπική του ισορροπία. Κάθε εξελικτικό στάδιο στοχεύει στην επίτευξη συγκεκριμένων διεργασιών και στην ομαλή μετάβαση του ατόμου σε επόμενη φάση. Πρόκειται δηλαδή για μια φυσιολογική κατάσταση που μπορεί να προσφέρει πλούτο εμπειριών, ανάπτυξη δεξιοτήτων, δημιουργία αξιών και ποιότητα ζωής – εφόδια που θα συντροφεύουν το άτομο στη πορεία της ζωής του.
Αποτελεί κοινό τόπο η άποψη ότι όσο περισσότερο η κοινωνία αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στα προβλήματα των νέων, τόσο η ευθύνη για την ανάπτυξη της προσωπικότητας πέφτει στα σχολεία. Αυτό δημιουργεί επιπλέον άγχος και επιβάρυνση των δασκάλων, μια και το σχολείο αναγκαστικά ακολουθεί τις κοινωνικές νόρμες. Ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή, που η οικογένεια δεν παίζει στον ίδιο βαθμό τον υποστηρικτικό και θεραπευτικό ρόλο που είχε στο παρελθόν, το σχολείο θα μπορούσε να καλύπτει το παραπάνω κενό, βοηθώντας και στηρίζοντας, τόσο εκείνους τους εφήβους που λόγω ιδιοσυγκρασιακών και περιβαλλοντικών παραγόντων παρουσιάζουν ιδιαίτερη ευπάθεια και προδιάθεση στην ψυχοπαθολογία, όσο και τον μέσο έφηβο που αντικειμενικά περνάει μια δύσκολη περίοδο στη ζωή του.
Οι περισσότεροι ενήλικες ταυτίζουν το σχολείο κυρίως με την επίδοση στα μαθήματα και δη στους βαθμούς. Ωστόσο, έτσι παραβλέπεται η εξίσου σπουδαία «δουλειά» του σχολείου που σχετίζεται με την κοινωνικοποίηση των εφήβων. Το σχολικό περιβάλλον συμβάλλει όχι μόνο στην ακαδημαϊκή πορεία του παιδιού, αλλά και στην απόκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων.
Κατά τη διάρκεια της εφηβείας διαμορφώνεται ένα βασικό τρίγωνο, με την προσωπικότητα του εφήβου στο κέντρο. Κορυφές αυτού του τριγώνου είναι το σχολείο (καθηγητές, συμμαθητές, μαθήματα), η οικογένεια (γονείς, αδέλφια) και οι φίλοι (φλερτ, παρέες). Καθεμία από αυτές τις «κορυφές» μπορεί να επηρεάσει είτε θετικά είτε αρνητικά τις άλλες δύο και φυσικά μπορεί να ασκήσει δραστική επίδραση στο «κέντρο», δηλαδή στη δομή της προσωπικότητας του παιδιού. Αν, για παράδειγμα, υπάρχει ένα πρόβλημα στην οικογένεια, είναι πολύ πιθανό να επηρεαστεί αρνητικά τόσο η επίδοση στο σχολείο όσο και οι προσωπικές σχέσεις του παιδιού.
Ο ρόλος του καθηγητή – παιδαγωγού
Στην εφηβεία τα παιδιά ξεκινούν να αμφισβητούν το σύστημα και τις αξίες. Ο ρόλος του καθηγητή – παιδαγωγού στην προκειμένη περίπτωση είναι να προσεγγίσει τον έφηβο, να δημιουργήσει μία σχέση μαζί του και να τον ενισχύσει για να συνεχίσει δυναμικά την επίτευξη των στόχων του. Διαφορετικά, όταν δημιουργηθεί μία αμοιβαία αμφισβήτηση και σύγκρουση μεταξύ του εφήβου και του καθηγητή, αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αρνητική του διάθεση για το σχολείο αλλά και άλλες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις (συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης).
Το σχολείο αποτελεί το περιβάλλον στο οποίο ο έφηβος περνάει τον περισσότερο χρόνο του, εκτός οικογένειας. Ένα υγιές σχολικό περιβάλλον μπορεί να αποτελέσει προστατευτικό παράγοντα για την ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του εφήβου, ενώ αντίθετα ένα προβληματικό σχολικό περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή ικανοποίηση από τη ζωή, στην εκδήλωση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων και στην εμπλοκή του εφήβου σε συμπεριφορές κινδύνου, όπως η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών.
Το θετικό σχολικό περιβάλλον δεν αντανακλά μόνο στην εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά κυρίως στις σχέσεις που αναπτύσσονται τόσο μεταξύ των εφήβων με τους συμμαθητές τους, όσο και με τους εκπαιδευτικούς. Οι καθηγητές – παιδαγωγοί πρέπει να περνούν αρκετό χρόνο με τους μαθητές έτσι ώστε αυτό να τους δώσει το πλεονέκτημα και την ευκαιρία να τους μιλήσουν για τις αξίες, την υπευθυνότητα, αλλά και να ακούσουν οι ίδιοι τους προβληματισμούς και τα άγχη τους. Μέσω αυτής της επικοινωνίας θα βοηθήσουν τους έφηβους να κατακτήσουν τους στόχους τους.
Παράλληλα θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί ότι ο έφηβος προσδοκά από τον δάσκαλο παράδειγμα για να ακολουθήσει, πρότυπο για να ταυτιστεί, καθοδήγηση με σεβασμό στην ατομικότητα, ερεθίσματα γνώσης και διαπαιδαγώγησης, διδαχή αρχών και τρόπο οργάνωσης σκέψης, συναισθηματική συμμετοχή, αποδοχή, φιλικότητα και κατανόηση δίχως κατάργηση ρόλων και ορίων. Έτσι λοιπόν ο δάσκαλος γίνεται η πηγή της γνώσης, το αντικείμενο θαυμασμού και φθόνου, ο καλοπροαίρετος κριτής και η μορφή κύρους που θα συντροφεύσει τον έφηβο στην ανάπτυξή του. Είναι αναγκαία, λοιπόν, η άρση της τάσης μόνωσης μεταξύ του σχολείου και της οικογένειας με σεβασμό στην προσωπικότητα του εφήβου, καθώς και η θέσπιση σαφών κανόνων και ορίων στην εκπαιδευτική σχέση. Ο υγιής έφηβος τείνει να υπακούσει στο φανερό, ενώ ο ανασφαλής στο κρυφό μήνυμα.
Συμπερασματικά η στάση γονέων και εκπαιδευτικών απέναντι στην εφηβεία των παιδιών αντίστοιχα δεν μπορεί να είναι ομοιόμορφη, πολύ απλά γιατί κάθε έφηβος είναι ξεχωριστή περίπτωση. Όταν όμως οι καθηγητές είναι διαθέσιμοι και ανοιχτοί σε επικοινωνία με τον έφηβο, τότε εκείνος νιώθει ότι μπορεί να ακουστεί. Αλλά και οι ίδιοι οι γονείς μπορούν να του εκφράσουν τις σκέψεις τους για κάποια συμπεριφορά του. Σίγουρα η δυνατότητα να διατυπώσει τη δική του οπτική μπορεί να διευκολύνει την κατάσταση, ακόμα και να δράσει καταλυτικά στη μεταξύ τους επικοινωνία…