Θέματα 2026 – Αρχαία Ελληνικά – Ημερήσιο Λύκειο – Εσπερινό Λύκειο
Ενδεικτικές απαντήσεις
Θέμα Α1α
- Σωστό
- Λάθος
Θέμα Α1β
«ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι»: η αντωνυμία «αὐτοῖς» αναφέρεται στις φράσεις «τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι … τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς … τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας … τὰ περὶ τὰς ὀργάς»
«τὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς»: η αντωνυμία «τούτων» αναφέρεται στη λέξη «τὰς ἐνεργείας»
Θέμα Β1
Στο χωρίο «Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν∙ οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, καὶ τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν, ὅσοι δὲ μὴ εὖ αὐτὸ ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν, καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης» ο Αριστοτέλης παραθέτει ένα ακόμα επιχείρημα («Μαρτυρεῖ δὲ»), από τον χώρο της πολιτικής οργάνωσης αυτή τη φορά («καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν»), για να αποδείξει την αιτιακή σχέση μεταξύ ηθικής πράξης και ηθικής αρετής. Η ηθική αρετή δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο αλλά επίκτητη και αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που ο νομοθέτης ηθικοποιεί τους πολίτες: με τον εθισμό («ἐθίζοντες»). Βασικός στόχος του νομοθέτη είναι να κάνει τους πολίτες ενάρετους μέσω του εθισμού τους σε ανάλογες πράξεις και συμπεριφορές («οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς»). Στο επιχείρημα εντοπίζεται η γενικότερη αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων ότι το άτομο δεν λειτουργεί αποκλειστικά προς όφελος του εαυτού του αλλά και για το κοινό καλό του συνόλου. Η ηθική αρετή δεν είναι προσωπικό γνώρισμα του πολίτη αλλά γνώρισμα του πολίτη ως μέρους ενός συνόλου (πολιτικό γνώρισμα) και γι’ αυτό οι νομοθέτες (οφείλουν να) δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την καλλιέργεια της αρετής των πολιτών. Στο σημείο αυτό αξίζει να παρατηρήσουμε ότι η λειτουργία του εθισμού, παρότι αποδίδει την καίρια ευθύνη της απόκτησης της αρετής στο ίδιο το άτομο, δεν αποκλείει τη ενισχυτική συμβολή κάποιου άλλου παιδευτικού παράγοντα όπως ο γονιός, ο δάσκαλος ή ο νόμος. Διότι αυτός ακριβώς ο παράγοντας θα δώσει την ώθηση στο άτομο να επιδιώξει τον συνειδητό εθισμό στις ηθικές πράξεις. Ως εκ τούτου το πολιτικό επιχείρημα του νομοθέτη όχι μόνο δεν έρχεται σε αντίφαση με τη γενικότερη συλλογιστική του Αριστοτέλη, αλλά επιπλέον αναδεικνύει και τον παιδαγωγικό ρόλο που οφείλουν να παίζουν οι θεσμοί της πόλης. Αποτελεί εξάλλου πάγια αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων ότι ο νόμος δεν αποβλέπει απλώς στην αποτροπή και τιμωρία των παραβατικών συμπεριφορών, αλλά παιδαγωγεί διά βίου τους πολίτες και τους οδηγεί σε επαινετές συμπεριφορές. Αυτή είναι και η θέση του Αριστοτέλη στα «Ἠθικὰ Μεγάλα»: «ὁ νομοθέτης οὐκ ἐᾷ τὰ φαῦλα πράττειν, τὰ δὲ καλὰ καὶ σπουδαῖα κελεύει». Με τον τρόπο αυτό ο νόμος λειτουργεί ως ισχυρός παράγοντας ενότητας και συνοχής μέσα στην κοινωνία. Για άλλη μια φορά γίνεται αντιληπτό γιατί λέμε ότι η ηθική θεωρία του Αριστοτέλη επί της ουσίας αποτελεί μέρος της πολιτικής του θεωρίας.
Για τον Αριστοτέλη σκοπός του νομοθέτη (τελεολογική αντίληψη) είναι να κάνει τους πολίτες ενάρετους («τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν»). Ωστόσο, επισημαίνει ότι αποτελεί μεγάλη αποτυχία για τον νομοθέτη να μην ηθικοποιεί τους πολίτες («ὅσοι δὲ μὴ εὖ αὐτὸ ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν»). Με το ίδιο κριτήριο διακρίνονται και τα πολιτεύματα σε καλά και λιγότερο καλά («διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης»): το πολίτευμα που ηθικοποιεί τους πολίτες είναι καλό, ενώ στην αντίθετη περίπτωση λιγότερο καλό. Σκοπός λοιπόν και μέσο αξιολόγησης του νομοθέτη και του πολιτεύματος είναι η ανάπτυξη της αρετής στους πολίτες. Με αυτές τις διατυπώσεις ο Αριστοτέλης προσδιορίζει τη σχέση πολιτικής και ηθικής, δύο εννοιών που συσχετίζονται μεν μεταξύ τους, όμως δεν ταυτίζονται, με την έννοια ότι ο πολιτικός ενδέχεται να μην είναι ενάρετος άνθρωπος. Με έμμεσο τρόπο ο Αριστοτέλης θέτει το βασικό πρόβλημα της πολιτικής, ακόμα και στις μέρες μας, που είναι η ενασχόληση με αυτή ανθρώπων που δεν χαρακτηρίζονται για το ενάρετο ήθος τους. Η ηθική λοιπόν δεν ταυτίζεται με την πολιτική, αλλά αποτελεί σκοπό της πολιτικής, εφόσον ο πολιτικός άνδρας οφείλει πρωταρχικά να ενδιαφέρεται για την ηθική διαμόρφωση των πολιτών που καθοδηγεί. Αυτό βέβαια προϋποθέτει να είναι και ο ίδιος ενάρετος, κάτι για το οποίο ο Αριστοτέλης αφήνει υπαινιγμό ότι δεν ισχύει πάντα. Μόνο σε αυτή την περίπτωση πρέπει να θεωρούνται πετυχημένος ο πολιτικός και κατάλληλο το πολιτικό σύστημα (πολίτευμα) της πόλης που διοικεί. Αξίζει να επισημανθεί η ομοιότητα με την πλατωνική αντίληψη που επίσης προσέδιδε στην πολιτεία τον ρόλο του ηθικού παιδαγωγού των πολιτών.
Με τη διάκριση των πολιτευμάτων σε καλά («πολιτεία ἀγαθὴ») και λιγότερο καλά («πολιτείας φαύλης») ο Αριστοτέλης δεν εννοεί ότι υπάρχουν καλά και κακά πολιτεύματα, αλλά ότι υπάρχουν καλές και κακές μορφές του κάθε πολιτεύματος, δηλαδή καλοί και κακοί τρόποι άσκησης της εξουσίας. Ο Αριστοτέλης συνήθως κάνει διάκριση ανάμεσα στα ορθά πολιτεύματα και τις παρεκβάσεις τους, δηλαδή τις εκτροπές από αυτά. Εδώ όμως δεν αναφέρεται σ’ αυτό∙ εδώ προϋποτίθεται ότι ο νομοθέτης επιδιώκει σε κάθε περίπτωση το καλό των πολιτών και απλώς μπορεί να μην έχει πάντοτε επιτυχία στον σκοπό του. Παρόμοια, σε άλλο χωρίο των «Ηθικών Νικομαχείων», ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για νόμο που είναι «κείμενος ὀρθῶς» και έχει επιτυχία και για νόμο «ἀπεσχεδιασμένον» (δηλαδή προχειροφτιαγμένο) που δεν έχει επιτυχία. Εδώ λοιπόν θεωρείται ως δεδομένο ότι πρωταρχικός σκοπός των νομοθετών και των πολιτευμάτων είναι να κάνουν τους πολίτες ενάρετους εξασκώντας τους στην ηθική αρετή, αλλά το κριτήριο διάκρισης των πολιτευμάτων σε καλά και λιγότερο καλά αφορά τον βαθμό, στον οποίο οι νομοθέτες είναι πετυχημένοι στην αποστολή τους: όσο πιο κοντά φτάνουν στον σκοπό (τελεολογική αντίληψη) της καλλιέργειας της αρετής, τόσο πιο μεγάλη είναι η επιτυχία του νομοθέτη και του πολιτεύματος που αυτός υπηρετεί. Σε αντίθεση με τις απόψεις ορισμένων σοφιστών όπως ο Θρασύμαχος, ο οποίος στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα υποστηρίζει ότι η εκάστοτε εξουσία ονομάζει δίκαιο ό,τι εξυπηρετεί τα συμφέροντά της∙ σε αντίθεση ακόμα και με τον ίδιο τον Πλάτωνα που αναγνώριζε ως ιδανικό μόνο ένα πολίτευμα (την ιδανική Πολιτεία του), ο Αριστοτέλης πίστευε ότι δεν υπάρχει ιδανικό πολίτευμα αλλά μόνο ιδανικός και μη ιδανικός τρόπος να ασκείται η εξουσία σε κάθε πολίτευμα. Επιπλέον, πίστευε ότι κριτήριο διάκρισης μεταξύ των δύο καταστάσεων είναι ο βαθμός ηθικοποίησης των πολιτών. Εντύπωση προκαλεί η σειρά των λέξεων στη φράση: «πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης» αντί για «πολιτεία ἀγαθὴ πολιτείας φαύλης». Η μικρή λεκτική ιδιαιτερότητα μπορεί να αποδοθεί εναλλακτικά είτε στην προφορική ελλειπτικότητα των σημειώσεων του Αριστοτέλη είτε σε σκοπιμότητα να τοποθετηθούν δίπλα-δίπλα οι δύο αντιθετικές καταστάσεις «ἀγαθὴ-φαύλη».
Στο νέο επιχείρημα του Αριστοτέλη («Ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται, ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη») εισάγεται ένα νέο σημαντικό δεδομένο στη φιλοσοφική συλλογιστική: το στοιχείο της ποιότητας. Πριν το σημείο αυτό ο Αριστοτέλης είχε παρουσιάσει πώς γεννιούνται οι αρετές («γίνεται πᾶσα ἀρετὴ»), όμως στο σημείο αυτό κάνει την πρώτη αναφορά και στην κατάσταση της φθοράς, δηλαδή της απώλειας των αρετών («καὶ φθείρεται»). Με άλλα λόγια, το ήθος του ανθρώπου δεν διαμορφώνεται μόνο θετικά με τον εθισμό, αλλά με το ίδιο μέσο, τον εθισμό («ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν»), μπορεί να διαμορφωθεί και αρνητικά. Ο άνθρωπος με την επαναληπτική εξάσκηση σε πράξεις και ενέργειες δεν αναπτύσσει μόνο αρετές, αλλά ενδέχεται να αναπτύξει και ελαττώματα. Το είδος των ιδιοτήτων (αρετές ή ελαττώματα) που θα αναπτύξει ο άνθρωπος με την επαναληπτική εξάσκηση εξαρτάται από την ποιότητα των πράξεων και των ενεργειών, στις οποίες επιδίδεται. Εάν ο άνθρωπος επιδοθεί σε ενάρετες πράξεις, θα αναπτύξει αρετές. Αν επιδοθεί σε κακές πράξεις, δεν θα αναπτύξει αρετές αλλά ελαττώματα. Όπως είναι επίκτητες οι αρετές, άλλο τόσο επίκτητα είναι και τα ελαττώματα, όπως και γενικότερα όλα τα γνωρίσματα του ανθρώπινου χαρακτήρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι έννοιες «γίνεται-φθείρεται» αποτελούν θεμελιώδες αντιθετικό ζεύγος ήδη από τις απαρχές της φιλοσοφικής σκέψης του Αριστοτέλη και μάλιστα ένα έργο του φιλοσόφου έχει τον τίτλο «Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς». Για τον Αριστοτέλη η φυσική διαδικασία της εξέλιξης είναι συγκεκριμένη και μονόδρομη: γένεση → αύξηση → τελείωση → παρακμή → φθορά → θάνατος. Η ίδια διαδικασία εξέλιξης ακολουθείται και στις ηθικές αρετές. Κάθε αρετή και γενικά κάθε θετική ιδιότητα του ανθρώπου μπορεί να γεννηθεί και να αναπτυχθεί με τον εθισμό, όμως μπορεί και να αλλοιωθεί με τον εθισμό ή ακόμα και να χαθεί. Η χρήση της αναλογικής απόδειξης («ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη») και των παραδειγμάτων («ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ γίνονται κιθαρισταί. Ἀνάλογον δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες∙ ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί») αποσκοπεί στην ενίσχυση αυτής της θέσης του Αριστοτέλη.
Ειδικά για τα παραδείγματα παρατηρούμε ότι ο φιλόσοφος αξιοποιεί τα ίδια παραδείγματα με προηγούμενη ενότητα, όταν αποδείκνυε ότι η αρετή αναπτύσσεται με τον εθισμό (κιθαριστής, οικοδόμος). Αυτή τη φορά όμως επικεντρώνεται στο στοιχείο της ποιότητας των πράξεων του εθισμού. Η συνήθεια από μόνη της δεν αρκεί για την ανάπτυξη αρετών. Απαιτείται συνήθεια σε καλές και ενάρετες πράξεις, προκειμένου το άτομο να αναπτύξει αρετές. Αν η συνήθεια γίνεται σε κακές πράξεις, το άτομο δεν θα αναπτύξει αρετές αλλά τα αντίθετά τους ελαττώματα. Όπως ακριβώς δηλαδή συμβαίνει και στις τέχνες του κιθαριστή και του οικοδόμου. Μόνο με την ποιοτική επαναληπτική εξάσκηση διαμορφώνονται ο καλός κιθαριστής και ο καλός οικοδόμος∙ αντιθέτως, με την κακή εξάσκηση ο τεχνίτης θα γίνει κακός και όχι καλός («ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί»). Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στο χωρίο επαναλαμβάνονται εμφατικά (και αντιθετικά) τα επίθετα και τα επιρρήματα που αναφέρονται στην ποιότητα του εθισμού: «ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ … εὖ … ἀγαθοὶ … κακῶς κακοί». Αυτή η βασική αρχή του ποιοτικού κριτηρίου ισχύει για όλες τις τέχνες (εξού και η γενίκευση «καὶ οἱ λοιποὶ πάντες»), ισχύει όμως και για την καλλιέργεια των αρετών, για χάρη των οποίων γίνεται η αναλογία με τις τέχνες. Χωρίς τον επαναληπτικό ποιοτικό εθισμό το άτομο αναπτύσσει μόνο ελαττώματα και όχι αρετές. Με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο ο Αριστοτέλης αποδίδει την αιτιακή σχέση (αιτίου και αποτελέσματος) μεταξύ της ηθικής πράξης και της ηθικής αρετής. Μόνο η ηθική πράξη οδηγεί στην ηθική αρετή. Γι’ αυτό λέμε ότι στην αριστοτελική φιλοσοφία οι ηθικοποιοτικές αξιολογήσεις («ἀγαθοὶ-κακοὶ … εὖ-κακῶς») βρίσκονται σε συμμετρική σχέση με τα οντολογικά αποτελέσματα (γένεσις-φθορά).
Αξίζει να διευκρινίσουμε ότι με τον όρο «τέχνη» ο Αριστοτέλης εννοεί το σύνολο των γνώσεων και των δεξιοτήτων που επιτρέπουν στον κάτοχό τους να παράγει μορφές ή τεχνικά δημιουργήματα. Υπό αυτήν την έννοια, δηλώνει ο Αριστοτέλης, η τέχνη μιμείται τη φύση∙ κοινός παράγοντας που τις συνδέει είναι η ύπαρξη κάποιας δημιουργικής λογικής. Έτσι, τεχνίτης δεν είναι μόνο ο καλλιτέχνης αλλά γενικότερα ο δημιουργός∙ και προϊόντα της τέχνης δεν είναι μόνο τα καλλιτεχνικά έργα αλλά γενικότερα όλα τα δημιουργήματα του τεχνίτη.
Η αριστοτελική σκέψη συνεχίζεται με ένα επιχείρημα εκ του αντιθέτου: «Εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν, οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος, ἀλλὰ πάντες ἂν ἐγίνοντο ἀγαθοὶ ἢ κακοί». Αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, δεν θα χρειαζόταν ο δάσκαλος, αλλά όλοι οι άνθρωποι θα ήταν εκ φύσεως ενάρετοι ή κακοί. Εμείς όμως γνωρίζουμε πόσο αναγκαίος είναι ο δάσκαλος για τη διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου, άρα τα πράγματα είναι έτσι ακριβώς, δηλαδή όπως τα παρουσιάζει ο Αριστοτέλης. Δηλαδή ο άνθρωπος ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ εκ φύσεως (δεν γεννιέται) ενάρετος ή κακός αλλά ΓΙΝΕΤΑΙ (διαμορφώνεται) ενάρετος ή κακός στη διάρκεια της ζωής του. Οι αρετές και τα ελαττώματα δεν είναι έμφυτες αλλά επίκτητες ιδιότητες και μάλιστα για την καλλιέργειά τους είναι σημαντική η συμβολή «τοῦ διδάξοντος». Είναι η πρώτη φορά που ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον δάσκαλο και κατ’ επέκταση στη σημασία της παιδείας για την απόκτηση της αρετής. Πρόκειται για ένα θέμα, στο οποίο η αριστοτελική σκέψη φαίνεται να ταυτίζεται με την πλατωνική, εφόσον και ο Πλάτων έχει επισημάνει στην «Πολιτεία» του ότι ο άνθρωπος έχει μεν την αποκλειστική ευθύνη της διαμόρφωσης του βίου του, όμως παράλληλα διαθέτει και τη βοήθεια της παιδείας σε αυτήν την προσπάθειά του. Η αρετή δεν είναι μόνο επίκτητη, αλλά είναι και διδακτή, όπως ακριβώς έχει επισημανθεί και στον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα. Ενώ αρχικά ο Αριστοτέλης είχε μιλήσει για την προσφορά του δασκάλου στην ανάπτυξη της διανοητικής αρετής, αρχίζει πλέον να γίνεται φανερό ότι η συμβολή του δασκάλου μπορεί να είναι σημαντική και στην απόκτηση της ηθικής αρετής. Διότι ο δάσκαλος είναι αυτός που θα διαμορφώσει τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις του ποιοτικού εθισμού, δηλαδή της επαναληπτικής εξάσκησης του ανθρώπου σε καλές και ενάρετες πράξεις. Και όταν κάνουμε αναφορά στον δάσκαλο, προφανώς εννοούμε τον κλασικό δάσκαλο που διδάσκει τους μαθητές του, όμως μπορούμε να εννοούμε και τον γονιό ή ακόμα και τον νομοθέτη, όπως έχει υποστηρίξει λίγο νωρίτερα ο Αριστοτέλης. Ακόμα και ο νόμος ή οι άλλοι θεσμοί της πόλης μπορούν να προσφέρουν αυτή την παιδαγωγική καθοδήγηση στο άτομο, προκειμένου αυτό να επιλέξει μόνο εκείνες τις ενάρετες πράξεις που θα το οδηγήσουν στην ανάπτυξη των αρετών, άρα και στην κατάκτηση της ευδαιμονίας. Είναι σαφές ότι ο Αριστοτέλης έρχεται αντιμέτωπος με τη σωκρατική διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία η αρετή είναι γνώση. Για τον Αριστοτέλη η ηθική αρετή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη γνώση αλλά πρωτίστως στην πράξη. Επιπλέον, ο Αριστοτέλης έρχεται αντιμέτωπος και με την αριστοκρατική αντίληψη που θεωρούσε την αρετή έμφυτη.
Θέμα Β2
Διδακτικό και προτρεπτικό το κείμενο του καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλου για τον ρόλο της δικαιοσύνης. Αναφέρεται στον φιλάλληλο και κοινωνικό χαρακτήρα που δίνει στη δικαιοσύνη μεγάλη αξία και χρησιμότητα ακόμα και για τους χώρους έξω από τον δικό της. Πρόκειται για έννοια που καλεί τον πολίτη να υιοθετήσει τον δρόμο της επιείκειας και της αρετής προς τον άλλο άνθρωπο («αρετή προς έτερον») ως επιλογή αν όχι αποδοχής, τουλάχιστον ως επιλογή προσέγγισης, κατανόησης και στήριξης του άλλου ανθρώπου, όταν αυτό είναι αναγκαίο. Πρόκειται για το χρέος της κοινωνικής αλληλεγγύης που αξιώνει το Σύνταγμά μας από όλους τους πολίτες και για όλων των ειδών τις ανθρώπινες σχέσεις: προσωπικές, κοινωνικές, ακαδημαϊκές, επαγγελματικές, συναδελφικές, πολιτικές, διακρατικές, διεθνείς, διαπολιτισμικές, διαθρησκευτικές και γενικά ατομικές ή συλλογικές ανθρώπινες σχέσεις. Το κείμενο του Μιχάλη Σταθόπουλου τοποθετεί, αδιαπραγμάτευτα, τη δικαιοσύνη στο επίκεντρο των ανθρώπινων συμπεριφορών και επιλογών και για όλα τα πεδία της ανθρώπινης πράξης.
Το κείμενο του Μιχάλη Σταθόπουλου έρχεται σε διαλεκτική σύγκριση με την αναλογική σκέψη του Αριστοτέλη («Οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν ἔχει») που επίσης παρακολουθεί και αξιολογεί τις ανθρώπινες συμπεριφορές και επιλογές σε τέσσερις βασικούς χώρους της ανθρώπινης δραστηριότητας. Με τον ίδιο τρόπο που ο ποιοτικός εθισμός, δηλαδή η εξάσκηση σε σωστές και κατάλληλες πράξεις διαμορφώνει τον καλό τεχνίτη, με τον ίδιο τρόπο η επαναληπτική εξάσκηση σε ενάρετες πράξεις οδηγεί το άτομο στην απόκτηση των αρετών. Και αντίστροφα η κακή εξάσκηση σε μια τέχνη κάνει τον κακό τεχνίτη, όπως και ο εθισμός σε κακές πράξεις απομακρύνει τον άνθρωπο από τις αρετές και τον οδηγεί στην ανάπτυξη ελαττωμάτων. Για να τεκμηριώσει την αναλογία του ο Αριστοτέλης αξιοποιεί ως παραδείγματα τέσσερα αντιθετικά ζεύγη από αρετές και τα αντίθετά τους ελαττώματα, που προέρχονται (κάθε ζευγάρι), κατ’ αντιστοιχία, από τέσσερις διαφορετικούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, τα «συναλλάγματα», τα «δεινά», «τὰς ἐπιθυμίας» και «τὰς ὀργάς». Στις οικονομικές σχέσεις οι άνθρωποι γίνονται δίκαιοι ή άδικοι, στους κινδύνους ανδρείοι ή δειλοί, στις επιθυμίες σώφρονες ή ακόλαστοι και στα συναισθήματα πράοι ή οργίλοι.
Ειδικότερα για το απόσπασμα που δίδεται («Οὕτω δὴ καὶ ἐπί τῶν ἀρετῶν ἔχει· πράττοντες γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι») με τον όρο «συναλλάγματα» ο Αριστοτέλης εννοεί όλων των μορφών τις συναλλαγές, τα συμβόλαια και τις συμφωνίες (πρωτίστως τις οικονομικές), που αποτελούν σημαντικό πεδίο ανάπτυξης και εμφάνισης ηθικών σχέσεων. Αυτού του είδους οι σχέσεις των συμπολιτών δεν αποτελούν για τον Σταγειρίτη ένα επιμέρους ή περιορισμένης σημασίας ζήτημα μέσα στην κοινωνία. Είναι η συγκεκριμενοποίηση της «ἀλλαγῆς», δηλαδή της ανταλλακτικής σχέσης μεταξύ των συμπολιτών. Και η σχέση αυτή είναι ιδρυτική και συστατική για την κοινωνία. Επιτυγχάνεται, κατεξοχήν, με τον εξισωτικό για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ρόλο του χρήματος. «Αν δεν υπήρχε ανταλλαγή, δεν θα υπήρχαν σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων∙ ούτε ανταλλαγή θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε ισότητα∙ ούτε ισότητα, αν όλα τα αγαθά δεν μπορούσαν να μετρηθούν με ένα κοινό μέτρο», αναφέρει χαρακτηριστικά σε άλλο σημείο των «Ηθικών Νικομαχείων» του ο Αριστοτέλης. Στα «ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους» εμείς οι άνθρωποι γινόμαστε άλλοι δίκαιοι και άλλοι άδικοι («οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι»), όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης. Η χρήση του α πληθυντικού προσώπου («γινόμεθα») αποδίδει την αίσθηση της καθολικότητας, από την οποία ο Αριστοτέλης δεν εξαιρεί ούτε τον εαυτό του.
Θέμα Β3
- Λάθος
- Λάθος
- Σωστό
- Σωστό
- Λάθος
Θέμα Β4
ρυπογόνος: γινόμενον
ανάθεση: νομοθέται
ένδεια: ἔδει
ξέφρενος: σώφρονες
διάστρεμμα: ἀναστρέφεσθαι
Θέμα Γ1
Ώστε ποιος θα τολμούσε, ενώ τα πράγματα ήταν έτσι, να επιχειρήσει μια τέτοια πράξη; Και φοβερό μου φαίνεται που εσείς, στους οποίους από την πόλη έχει ανατεθεί για όλο τον χρόνο να φροντίζετε τα ιερά ελαιόδεντρα, ούτε με έχετε τιμωρήσει ποτέ με πρόστιμο με το σκεπτικό ότι εργαζόμουν παράνομα ούτε με έχετε παραπέμψει σε δίκη με το σκεπτικό ότι αφαίρεσα ιερό ελαιόδεντρο, ενώ αυτός, ο οποίος δεν τυχαίνει να είναι καλλιεργητής στην περιοχή ούτε έχει τοποθετηθεί ως υπεύθυνος ούτε βρίσκεται καν σε ηλικία, ώστε να γνωρίζει για τέτοια ζητήματα, υπέβαλε εναντίον μου γραπτή καταγγελία ότι αφαίρεσα από τη γη ιερό ελαιόδεντρο.
Θέμα Γ2
Για να υποστηρίξει ο ομιλητής την αθωότητά του σχετικά με την κοπή της ιερής ελιάς, χρησιμοποιεί τα ακόλουθα επιχειρήματα. Ξεκινά με μια αναδρομή στο παρελθόν («Πότερον δέ μοι κρεῖττον ἦν, ὦ βουλή, δημοκρατίας οὔσης παρανομεῖν ἢ ἐπὶ τῶν τριάκοντα; καὶ οὐ λέγω ὡς τότε δυνάμενος ἢ ὡς νῦν διαβεβλημένος, ἀλλὰ τῷ βουλομένῳ τότε μᾶλλον ἐξῆν ἀδικεῖν ἢ νυνί. ἐγὼ τοίνυν οὐδ’ ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ οὔτε τοιοῦτον οὔτε ἄλλο οὐδὲν κακὸν ποιήσας φανήσομαι») αναφερόμενος στην περίοδο των Τριάκοντα Τυράννων, κατά την οποία, ενώ ήταν εύκολο για οποιονδήποτε πολίτη να διαπράξει αδικία, ο ίδιος επέλεξε να τηρήσει μια έντιμη στάση απέναντι στην πόλη και τους συμπολίτες του. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που φανερώνει τον έντιμο χαρακτήρα του ομιλητή και τη συνειδητή του επιλογή να μη διαπράττει ούτε παρανομίες ούτε αδικίες υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
Στη συνέχεια αξιοποιεί ως δεύτερο επιχείρημα την περιγραφή του σημείου, από το οποίο κατηγορήθηκε ότι αφαίρεσε το ιερό ελαιόδεντρο («Πῶς δ’ ἄν … ὑμῶν οὕτως ἐπιμελουμένων ἐκ τούτου τὴν μορίαν ἀφανίζειν ἐπεχείρησα τοῦ χωρίου, ἐν ᾧ δένδρον μὲν οὐδὲ ἕν ἐστι, μιᾶς δὲ ἐλάας σηκός, ὡς οὗτός φησιν, ἦν, κυκλόθεν δὲ ὁδὸς περιέχει, ἀμφοτέρωθεν δὲ γείτονες περιοικοῦσιν, ἄερκτον δὲ καὶ πανταχόθεν κάτοπτόν ἐστιν;»). Την ώρα δηλαδή που οι επιμελητές των ιερών ελαιόδεντρων βρίσκονται σε επαγρύπνηση, δεν θα ήταν δυνατόν για τον ίδιο ή οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο να αφαιρέσει ένα από αυτά τα ιερά δέντρα και ειδικά μάλιστα από έναν αγρό, μέσα στον οποίο δεν υπήρχε κανένα τέτοιο ιερό δέντρο παρά μόνο ένας κορμός που περιβάλλεται περιμετρικά από δρόμους και γύρω του κατοικούν από όλες τις πλευρές πολλοί γείτονες. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα σημείο χωρίς περίφραξη που είναι ορατό από όλες τις πλευρές και, συνεπώς, θα ήταν αδύνατο για κάποιον να έχει αφαιρέσει από αυτό το σημείο το ιερό ελαιόδεντρο χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Στο τελευταίο του επιχείρημα («Δεινὸν δέ μοι δοκεῖ εἶναι ὑμᾶς μέν, οἷς ὑπὸ τῆς πόλεως τὸν ἅπαντα χρόνον προστέτακται τῶν μορίων ἐλαῶν ἐπιμελεῖσθαι, μήθ’ ὡς ἐπεργαζόμενον πώποτε ζημιῶσαί <με> μήθ’ ὡς ἀφανίσαντα εἰς κίνδυνον καταστῆσαι, τοῦτον δ’ ὃς οὔτε γεωργῶν ἐγγὺς τυγχάνει οὔτ’ ἐπιμελητὴς ᾑρημένος οὔθ’ ἡλικίαν ἔχων εἰδέναι περὶ τῶν τοιούτων, ἀπογράψαι με ἐκ τῆς γῆς μορίαν ἀφανίζειν») απευθύνεται στους ίδιους τους δικαστές που, παρότι διαχρονικά είναι αρμόδιοι για τα ιερά ελαιόδεντρα, ούτε τον έχουν τιμωρήσει στο παρελθόν με πρόστιμο ούτε τον έχουν παραπέμψει ποτέ σε δίκη ως κατηγορούμενο για παράνομη πράξη σχετική με αφαίρεση ιερού δέντρου. Αντίθετα ένας άνθρωπος (ο κατήγορός του) που τυχαίνει να μην είναι ούτε καλλιεργητής στην περιοχή ούτε αρμόδιος για τα ιερά δέντρα και μάλιστα δεν βρίσκεται καν σε κατάλληλη ηλικία, για να ασχολείται με τέτοιου είδους ζητήματα, τον έχει κατηγορήσει, ανυπόστατα, με γραπτή καταγγελία για μια τόσο ανόσια πράξη. Με το επιχείρημα αυτό ο ομιλητής, κάνοντας σύγκριση μεταξύ των αρμόδιων για το θέμα δικαστών και του αναρμόδιου κατήγορου, επιχειρεί να κερδίσει την εύνοια των δικαστών και παράλληλα να απαξιώσει την ανυπόστατη κατηγορία του αντιπάλου του, προκαλώντας γι’ αυτόν αντιπάθεια.
Θέμα Γ3α
τοῦτον: τούτους
ὃς: οἵ
γεωργῶν: γεωργοῦντες
τυγχάνει: τυγχάνουσι(ν)
ἐπιμελητὴς: ἐπιμεληταί
ᾑρημένος: ᾑρημένοι
Θέμα Γ3β
διαβεβλημένος: διαβλήθητι
ἀφανίζειν: ἀφανιεῖν
φησιν: φαίη
περιοικοῦσι: περιῴκουν
Θέμα Γ4α
οὔσης: χρονική μετοχή και γενική απόλυτη με υποκείμενο το «δημοκρατίας»
ἀδικεῖν: τελικό απαρέμφατο ως υποκείμενο του απρόσωπου ρήματος «ἐξῆν»
ἐμαυτῷ: δοτική αντικειμενική στο «κακονούστατος»
ἐλαῶν: αντικείμενο στο «ἐπιμελεῖσθαι»
ὡς ἀφανίσαντα: αιτιολογική μετοχή (δίπλα στο μόριο ὡς) που δηλώνει υποκειμενική αιτιολογία, συνημμένη με υποκείμενο το «με»
ἐπιμελητὴς: κατηγορούμενο (από το συνδετικό «ᾑρημένος») στο υποκείμενο «ὃς» του ρήματος «τυγχάνει» και της μετοχής «ᾑρημένος»
Θέμα Γ4β
Ο υποθετικός λόγος ανήκει στο είδος του μη πραγματικού (αντίθετο του πραγματικού), διότι η υπόθεση («εἰ μὴ πάντων ἀνθρώπων ἐμαυτῷ κακονούστατος ἦν») εκφέρεται με «εἰ + οριστική ιστορικού χρόνου» («εἰ … ἦν»), ενώ η απόδοση («Πῶς δ’ ἄν ὑμῶν οὕτως ἐπιμελουμένων ἐκ τούτου τὴν μορίαν ἀφανίζειν ἐπεχείρησα τοῦ χωρίου;») εκφέρεται με δυνητική οριστική («ἄν ἐπεχείρησα»).
Στο προσδοκώμενο μετατρέπεται ως εξής: «Ἐάν μὴ πάντων ἀνθρώπων ἐμαυτῷ κακονούστατος ὦ, πῶς δ’ ὑμῶν οὕτως ἐπιμελουμένων ἐκ τούτου τὴν μορίαν ἀφανίζειν ἐπιχειρήσω τοῦ χωρίου;»
………………………………………………………………..
Καλή συνέχεια σε όλα τα παιδιά που διαγωνίζονται στον επίπονο στίβο των εξετάσεων.
Δημήτρης Περβολιανάκης





